‘Οταν νομίζουμε, ότι τα ξέρουμε όλα"..


 “Επί κοινωνία εν τύπω”, τεύχος 83ο, μηνός Φεβρουαρίου 2013)
Mιά φορά και έναν καιρό, ήταν ένας ιερωμένος πολύ ευσεβής. Ήταν μάλιστα και πνευματικός και εξομολογούσε τους πιστούς. Έτσι, έκρινε τα αμαρτήματα των ανθρώπων και τους έβαζε να μετανοούν. Έφτασε να πιστεύει, πώς ξέρει τί είναι το καλό και το κακό.
Ένα πρωΐ, του εμφανίσθηκε ένας άγγελος! “Ο Θεός με έστειλε για να σου δείξω κάτι” του είπε. Τον πήρε και τον μετέφερε με θαυμαστό τρόπο, πίσω απο έναν θάμνο. “Πές μου τί βλέπεις”, τον ερώτησε. “Βλέπω έναν πλάτανο με παχύ ίσκιο και μία βρύση με δροσερό νερό να ρέει πλάϊ του”, αποκρίθηκε αυτός. “Τώρα θα μείνεις εδώ κρυμμένος και δεν θα επέμβεις ούτε θα μιλήσεις, ότι και να δείς να συμβαίνει”, τον πρόσταξε ο άγγελος. Ο ιερέας έδωσε την υπόσχεσή του, με κατάνυξη.

Μετά απο λίγο, εμφανίσθηκε ένας πλούσιος με το άλογό του και σταμάτησε να πιεί νερό και να ξαποστάσει. Ήπιε νερό, και ξάπλωσε για λίγο, κάτω απο τον δροσερό ίσκιο του πλατάνου, όπου πήρε έναν υπνάκο. Ύστερα ξύπνησε, ανέβηκε στο άλογό του και συνέχισε το δρόμο του, αφήνοντας όμως πίσω του ένα πουγκί παραγεμισμένο με χρυσές λίρες!

Μετά απο λίγη ώρα, ένας δεύτερος άνθρωπος εμφανίσθηκε πεζός και σταμάτησε να πιεί νερό. Ξαφνικά, είδε το πουγκί με τις χρυσές λίρες, το σήκωσε και άρχισε να χοροπηδά απο χαρά! Έβαλε το πουγκί στην τσέπη του και χωρίς να χάσει καιρό, έτρεξε να εξαφανισθεί!

Λίγο αργότερα ένας τρίτος άνθρωπος, έφτασε και αυτός στην βρύση, αλλά την ώρα όμως που έπινε νερό, επέστρεψε ο πλούσιος, ο οποίος είχε στο μεταξύ αντιληφθεί ότι είχε χάσει το πουγκί του και γύρισε να το αναζητήσει. Μόλις λοιπόν είδε τον άλλον άνθρωπο, άρχισε να τον κατηγορεί ότι του έκλεψε το πουγκί με τις λίρες και να του ζητά να του τις επιστρέψει! Άρχισαν να καυγαδίζουν και πάνω στον καυγά, ο πλούσιος έσπρωξε απότομα τον άλλο, εκείνος έπεσε στο έδαφος και έσπασε τον σβέρκο του σε μία απο τις ρίζες του πλατάνου. Ο πλούσιος πανικόβλητος ανέβηκε στο άλογό του και εξαφανίσθηκε…

“Πές μου τώρα”, είπε ο άγγελος στον ιερέα, “τί πιστεύεις για αυτά που είδες, ήταν καλά ή κακά;”
“Καλέ μου άγγελε, απάντησε εκείνος, “η ψυχή μου, είναι βαριά απο το κακό που είδα να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου, χωρίς να μπορώ να αντιδράσω. Ο ένας έκλεψε το πουγκί που δεν ήταν δικό του, ο άλλος κατηγόρησε άδικα έναν αθώο άνθρωπο και απο πάνω τον σκότωσε, χωρίς μάλιστα να τιμωρηθεί”.

“Δεν γνωρίζεις όμως ακριβώς την ιστορία”, αποκρίθηκε ο άγγελος. “Ο πλούσιος που ήλθε πρώτος στην βρύση, είχε καταπατήσει τα χωράφια του δευτέρου και στα δικαστήρια είχε καταφέρει να δικαιωθεί! Η θεία δικαιοσύνη όμως απαιτούσε, ο πλούσιος να πληρώση το χρέος του και αυτός ήταν ο τρόπος που επέλεξε ο Θεός, για να συμβεί αυτό”.

“Ο τρίτος άνθρωπος, αυτός που σκοτώθηκε, είχε δολοφονήσει τον αδελφό του, χωρίς να το υποψιασθεί κανείς, ούτε και να τον κατηγορήσει. Οι τύψεις του όμως ήταν τέτοιες, που γονατιστός παρακάλεσε τον Θεό να τον απαλλάξει απο το βάρος που κουβαλούσε. Αυτός ήταν ο τρόπος που βρήκε ο Θεός, για να ανταποκριθεί στην προσευχή του”.

“Όσο για τον ίδιο τον πλούσιο, μετά απο αυτό που έκανε, χάρισε την περιουσία του στους φτωχούς και πήγε να γίνει ιεραπόστολος, προσφέροντας τεράστιο ανθρωπιστικό έργο στην Αφρική και σώζοντας πολλές ζωές”.

Ο ιερέας κοίταξε τον άγγελο εμβρόντητος μήν ξέροντας τί να πεί. “Πήγαινε λοιπόν εν ειρήνη”, τον αποχαιρέτησε ο άγγελος “και να θυμάσαι πόσο λίγα γνωρίζεις, ώστε να μπορείς να αποφασίσεις, τί είναι καλό και τί κακό”…ΠΗΓΗ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s