Η σοφή κλιμάκωση της συνταγματικώς επιτρεπτής αντιστάσεως των Ελλήνων κατά το Άρθρο 120 του Συντάγματος

 H άρνηση υπακοής σε φορολόγηση περιουσίας η οποία δεν αποδίδει εισόδημα (στις τυχόν διοικητικής φύσεως κυρώσεις, στά πρόστιμα και στις κατασχέσεις της Εφορίας κ.ο.κ.)


του ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΑΥΡΙΑΝΙΔΗ
Εφέτου Διοικητικών Δικαστηρίων
 
Το Σύνταγμά μας, θέλοντας προφανώς να αποτρέψει πάντας από την  καλλιέργεια συνθηκών προκλήσεως επαναστατικής βίας, όσο τούτο είναι δυνατόν για ελεύθερους ανθρώπους, έχει προβλέψει ως συνταγματική την κλιμακωτή αντίσταση των Ελλήνων στην άμεση και βίαια, ή στην έμμεση και νομότυπη, κατάλυση αυτού…

Κατά το άρθρο 120 του Συντάγματος, ” 1….  2. Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.  3. Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή…
Διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.  4. Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.”.

Από το δευτέρα ως άνω παράγραφο του άρθρου 120 του Συντάγματος, προκύπτει ότι:
 Αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων ο σεβασμός στο Σύνταγμα και σέ εκείνους εκ των νόμων οι οποίοι συμφωνούν με αυτό. Όχι στους άλλους νόμους, που δεν συμφωνούν με το Σύνταγμα. Συνεπώς, στους νόμους που δεν συμφωνούν με το Σύνταγμα, ακόμη και όταν δεν αντιβαίνουν ευθέως στο γράμμα αυτού, δεν οφείλεται συμμόρφωση.

Η αντίσταση σε νόμους που μόνο τυπικά σέβονται το Σύνταγμα, αλλά το παραβιάζουν ουσιαστικά, είναι νόμιμη δυνατότητα όλων των Ελλήνων και καθενός Έλληνος ξεχωριστά. Και δη των οργάνων του Ελληνικού Κράτους, που δύνανται να μην εφαρμόζουν τέτοιους νόμους.
Ειδικότερα, δεν υπάρχει συνταγματική υποχρέωση των πολιτών ούτε των οργάνων του Ελληνικού Κράτους, για υπακοή σε νόμους εάν αυτοί προσβάλλουν ένας έκαστος ή διά της συνδυασμένης εφαρμογής τους, είτε συνταγματική διάταξη ευθέως, είτε τον κατά την κοινή αντίληψη σκοπό συνταγματικής διατάξεως. είτε κάποια από τις  “κατά την κρίση μέσου αγαθού ανθρώπου” συνταγματικές αξίες. …
Η τοιαύτη άρνηση υπακοής ή η άρνηση εφαρμογής τέτοιων νόμων, δεν μπορεί ποτέ να συνιστά άδικη πράξη κατά την εφαρμογή του ποινικού δικαίου, ακόμη και όταν ο συγκεκριμένος ποινικός δικαστής επιλέγει να μην κάνει χρήση της ίδιας δυνατότητας, και θελήσει να εφαρμόσει τέτοιους νόμους: Διότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί άδικη πράξη σε βάρος του πολίτου ή του δημοσίου οργάνου που επέλεξε να μην συμμορφωθεί με αντισυνταγματικό νόμο υπό την ανωτέρω έννοια. Αντίστοιχα ισχύουν, βεβαίως, και όσον αφορά την ΑΡΝΗΣΗ ΥΠΑΚΟΗΣ σε φορολόγηση περιουσίας η οποία δεν αποδίδει εισόδημα (και άρα τοιαύτη περιουσία δεν αποτελεί  φοροδοτική ικανότητα, πλην εάν άλλως θεωρηθεί επί δολίως μη χρηστής διαχειρίσεως της περιουσίας ή προς όλως έκτακτη και όλως προσωρινή φορολόγηση), στις τυχόν διοικητικής φύσεως κυρώσεις, στά πρόστιμα και στις κατασχέσεις της Εφορίας κ.ο.κ.

Από την ίδια ως άνω δευτέρα παράγραφο του άρθρου 120 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η αφοσίωση στην Πατρίδα και στην Δημοκρατία αποτελεί επίσης θεμελιώδη υποχρεώση όλων των Ελλήνων και ενός εκάστου Έλληνος ξεχωριστά. Δεν δικαιούται κάποιος Έλληνας, αλλ’ ούτε κάποιο Ελληνικό κόμμα, να επικαλούνται την Δημοκρατία για να μην επιδεικνύουν αφοσίωση στην Πατρίδα, ούτε να επικαλούνται την Πατρίδα για να μην επιδεικνύουν αφοσίωση στην Δημοκρατία.

Επομένως,  αφοσίωση στη Δημοκρατία δεν σημαίνει απλή τυπική αφοσίωση στους δημοκρατικούς θεσμούς, αλλά σημαίνει πραγματική και αυτοθυσιαστική αφοσίωση:
α) στην Ελευθερία της Πατρίδας μας της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού,
β) στην διατήρηση του Πολιτισμού της Πατρίδας μας της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού, και
γ) στην συνέχιση της Ιστορικής Παραδόσεως της Πατρίδας μας της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού. Ύστερα, και στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού, σημαίνει και σεβασμό των μεταναστών, αφού ενυπάρχει στον πολιτισμό μας η ιδέα της φιλοξενίας που φθάνει μέχρι και την αγάπη των άλλων, ακόμη και εχθρών μας, αλλά αυτά πάντα με διάκριση.

Σύμφωνα με την ως άνω παράγραφο 3 του άρθρου 120 του Συντάγματος: Όταν δημόσιο όργανο σφετερίζεται την λαϊκή κυριαρχία ή τις εξουσίες που προκύπτουν από αυτήν, δηλαδή τις ιδιοποιείται και τις ασκεί (ακόμη και νομότυπα) όχι υπέρ του κοινού συμφέροντος αλλά αποκλειστικώς ή κυρίως, υπέρ του ιδικού του συμφέροντος, ή και ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ ΤΡΙΤΩΝ, είτε ξένων δυνάμεων, είτε ιδιωτών, τότε το νομοτύπως ψευδο-νόμιμο δεν είναι ούτε ηθικό, ούτε συνταγματικώς επιτρεπτό.  Διώκεται δε ο σφετερισθείς λαϊκή κυριαρχία ή εξουσίες που πηγάζουν από αυτήν, ευθύς ως αποκατασταθεί η συνταγματική νομιμότητα.

Ερωτάται: Είναι συνταγματικώς επιτρεπτή η αντίσταση των πολιτών και των δημοσίων οργάνων έναντι του σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν; Από τον συνδυασμό των ανωτέρω παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 120 του Συντάγματος, προκύπτει ότι : Ναί, χάριν της Πατρίδας και της Δημοκρατίας, η αντίσταση, παθητική και ενεργητική,  έναντι του σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας και των σφετεριστών, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή δυνατότητα, τόσο των πολιτών όσο και των δημοσίων οργάνων. Το αυτό ισχύει και όταν η εν λόγω αντίσταση επιχειρείται υπό κομμάτων ή υπό ομάδων του λαού. ΠΡΟΣΟΧΗ όμως: Πρέπει σε κάθε περίπτωση η αντίσταση αυτή να μην υπερβαίνει το αναγκαίο για πράξεις αμύνης μέτρο, δηλαδή: Οποία και οπόση είναι η επίθεση στην Πατρίδα ή/και στην Δημοκρατία υπό και δια του σφετερισμού, τοιαύτη και τοσαύτη πρέπει να είναι η αντίσταση.

Εφ’όσον τηρείται αυτό το μέτρο αντιστάσεως, δεν συνίσταται άδικη πράξη ούτε συγκροτείται αντίστοιχη ποινική ευθύνη, παρά την τυχόν προς τούτο, για χάρη δηλαδή της εν λόγω αντιστάσεως, παραβίαση ποινικών διατάξεων που προστατεύουν συνταγματικές αξίες μικρότερες της προστασίας της Πατρίδας και της Δημοκρατίας. Επίσης, η λόγω σφετερισμού κατάσταση ανάγκης, ενδέχεται να υπαγορεύει την απαλλαγή από ποινή, ακόμη και σοβαρών αδικημάτων, εφ’ όσον αυτά διεπράχθησαν πράγματι και αναγκαίως προς αντιμετώπιση της καταστάσεως ανάγκης, κατά την σχετική ποινική εκτίμηση του ποινικού δικαστού.

Από την παράγραφο 4 του άρθρου 120 του Συντάγματος, προκύπτει ακόμη, ότι  η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Όχι στίς ιδιαίτερες και ενδεχομένως διεστραμμένες ευαισθησίες τους για κατηγορίες ανθρώπων που βαπτίζονται “μειονότητες”, ούτε στις εισαγόμενες ιδεοληψίες πάσης φύσεως και κατευθύνσεως, αλλά στον ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟ των Ελλήνων. Αυτόν που χάλκευσε η Ιστορική Παράδοση όλου του λαού μας διά μέσου των αιώνων. Όχι τον ψευδοπατριωτισμό των όποιων τυχόν ενδοτικών αρχηγών και των προδοτών, αλλά τον αρχαιοελληνικό και ρωμαίϊκο πατριωτισμό των πάντα αγωνιζομένων για την ελευθερία Ελλήνων.  Όχι κάποιον διεθνιστικό ή υπερεθνικό (ευρωπαϊκο-κεντρικό κ.λ.π.) “πατριωτισμό”, ούτε κάποιον υποκριτικό “πατριωτισμό” δοσιλόγων, αλλά τον αγνό αυτοθυσιαστικό πατριωτισμό όσων αγωνίσθηκαν “για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία”, όπως ανεξίτηλα συνόψισε τον πατριωτισμό μας ορίζοντάς τον ο Κολοκοτρώνης.

Με αυτόν λοιπόν τον πατριωτισμό, οι Έλληνες όλοι μαζί, ή και ένας έκαστος,  και δικαιούνται αλλά και υποχρεούνται να αντιστέκονται με ΚΑΘΕ μέσο εναντίον “οιουδήποτε επιχειρούντος την βιαία κατάλυσιν” του Συντάγματος.


Και τίθεται από πολλούς το δίλημμα: Όταν επιχειρείται η κατάλυση του Συντάγματος αλλά όχι με βίαια μέσα, τότε τί;  Τότε έχουν εφαρμογή όσα ελέχθησαν προηγουμένως για τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 120 του Συντάγματος. Επισημαίνουμε ότι τότε, δεν επιτρέπεται η δια παντός μέσου αντίσταση, όπως στην περίπτωση επιχειρήσεως βιαίας καταλύσεως του Συντάγμοτος, αλλά επιτρέπεται η αντίσταση με μέσα αμύνης ή καταστάσεως ανάγκης, ανάλογα προς την επιβουλή και προς την δολιότητα ή την πίεση αυτής. Τούτο, κατ’ αρχήν διά της νομίμου οδού,  εν ανάγκη δε ακόμη και τύποις παράνομα. Πάντως δε, με μέσα κατά το δυνατόν πρόσφορα και λυσιτελή, με μέσα σεβόμενα κατά το δυνατόν τις συνταγματικές αξίες.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι η κλιμάκωση της συνταγματικώς επιτρεπτής αντιστάσεως των Ελλήνων κατά το άρ. 120 του Συντάγματος, θεμελιώνει μία επικουρική συνταγματική νομιμότητα, σημασιοδοτημένη και οριοθετημένη από το ίδιο το Σύνταγμα, και ληπτέα υπ’όψη από τα δικαστήρια και όλα τα λοιπά όργανα, δημόσια ή ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού κράτους.

Έτσι, ακόμη και υπό συνθήκες άνωθεν ουσιαστικής και έμμεσης καταστρατηγήσεως του Συντάγματος, ή άνωθεν προσπαθείας καταργήσεως της λειτουργίας αυτού βιαίως ή εκ πλαγίου, είναι νομικώς δυνατή η επαναφορά της όλης συνταγματικής νομιμότητας, διά της αντιστάσεως εκ μέρους των λοιπών δημοσίων οργάνων αλλά και των πολιτών. Την αντίσταση αυτή το Σύνταγμα την θέλει ακόμη και δυναμική, με άμεση δικαστική κατοχύρωση, και εφ’ όσον είναι δυνατόν άνευ βίας.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s