ΚΩΔΙΚΑΣ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΠΟΥ ΚΡΑΤΙΟΥΝΤΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΑΖΕΣ
ΑΝΤΙΒΑΡΥΤΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΣΕ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ-ΤΕΣΛΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ

Η ΟΡΓΟΝΗ ΚΑΙ Η ‘ΜΥΣΤΙΚΗ’ ΓΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ
ΑΣΤΡΙΚΕΣ ΠΥΛΕΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΕ ΑΛΛΟΥΣ ΚΟΣΜΟΥΣ;
Ο ΚΟΛΠΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΡΥΒΕΙ ΑΣΤΡΙΚΗ ΠΥΛΗ;
ΓΙΒΡΑΛΤΑΡ ΟΛΥΜΠΟΣ ΚΑΙ ΥΠΕΡΠΡΟΗΓΜΕΝΕΣ ΑΡΧΑΙΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ
Advertisements

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 7 ΤΟΥ ΑΡΜΑΓΕΔΔΩΝΑ









Ο αριθμός 7 μπορεί να είναι ο πιο κακότυχος από όλους αυτό γιατί το επτά σχετίζετε με το Αρμαγεδδών και το τέλος του κόσμου. 
Επτά Αγγελοι αναγγελούν μια αδιανόητη καταστροφή και επτά φιαλίδια περιέχουν το δηλητήριο που θα μας αφανίσει 
Κάθε ένα αρχίζει σε μια περίοδο επτά χρόνων….

Déjà vu «Το έχω ξαναδεί το… έργο»


 Η γαλλική φράση DEJA VU σημαίνει κατά λέξη «ήδη ιδωμένο». Στην καθημερινή γλώσσα έχει καθιερωθεί να χρησιμοποιούμε τη φράση déjà vu για οτιδήποτε μας δίνει την εντύπωση ότι επαναλαμβάνεται ή μας θυμίζει κάτι. 
 Ο όρος αυτός, όμως, που τόσο συχνά ακούμε και χρησιμοποιούμε χωρίς να είμαστε εντελώς σίγουροι για τι πράγμα ακριβώς μιλάμε, είναι ο επιστημονικός όρος για μία «φάρσα» που μας παίζει η μνήμη μας. Περιγράφει το φαινόμενο κατά το οποίο αισθανόμαστε ότι ένα συμβάν, μία στιγμή, μία εμπειρία την έχουμε ξαναζήσει, χωρίς όμως να μπορούμε να θυμηθούμε πότε, πώς και πού.
 Τι ακριβώς είναι αυτό το περίφημο déjà vu; Ας πούμε ότι βρίσκεστε με μια παρέα σε ένα εστιατόριο και συζητάτε. Ξαφνικά και χωρίς να έχει συμβεί κάτι ιδιαίτερο έχετε την αίσθηση ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή την έχετε ξαναζήσει και για μερικά δευτερόλεπτα σας φαίνεται ότι ο χώρος, τα πρόσωπα, η ατμόσφαιρα, η συζήτηση, όλα έχουν ξαναϋπάρξει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε κάποια άλλη στιγμή στη ζωή σας. Στην πραγματικότητα, δεν μπορείτε να θυμηθείτε αν έχετε ξαναβρεθεί με τους συγκεκριμένους ανθρώπους στο συγκεκριμένο μέρος. Παρ’ όλα αυτά, έχετε αυτή την αίσθηση του γνώριμου και ταυτόχρονα του παράξενου και παράδοξου. 
Δεν είναι ακριβώς ανάμνηση, καμιά φορά μάλιστα υπάρχει η αίσθηση ότι ίσως να έχουμε ονειρευτεί αυτά τα στιγμιότυπα που βιώνουμε. Συνήθως, μένουμε με μια ακαθόριστη αίσθηση ότι κάτι ανεξήγητο μας συνέβη και μετά από λίγο το ξεχνάμε. Ανάδυση ενός υποσυνείδητου βιώματος: Ο πρώτος επιστήμονας που στο βιβλίο του «Το μέλλον των ψυχικών επιστημών» αναφέρθηκε στο φαινόμενο αυτό και του έδωσε τον ελληνικό όρο «παραμνησία» ήταν ο γάλλος ερευνητής E. Boirac, στα τέλη του 19ου αιώνα.
 Πέρα, όμως, από αυτή την αναφορά, φαίνεται πως δεν το μελέτησε εκτενέστερα. Λίγο αργότερα, ο Freud έδωσε τη δική του ερμηνεία λέγοντας πως αυτού του είδους τα βιώματα είναι το αποτέλεσμα τραυματικών συμβάντων ή ανεπίτρεπτων επιθυμιών που έχουμε καταπιέσει και απωθήσει και που δεν τους έχουμε επιτρέψει την είσοδο στις «νόμιμες» αναμνήσεις μας. 
Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία και εντελώς απροσδόκητα, με αφορμή δηλαδή κάποιο ερέθισμα (μία μυρωδιά ή έναν ήχο, για παράδειγμα), το βίωμα ανασύρεται από το υποσυνείδητο και παίρνει τη μορφή ανάμνησης. Αμφιλεγόμενες ερμηνείες Αυτή η άποψη εξυπηρέτησε για μεγάλο διάστημα τους επιστήμονες για την ερμηνεία των εμπει­ριών déjà vu. Μάλιστα, έως ένα σημείο εξακολουθεί να το κάνει ακόμη και σήμερα, και μάλιστα με αμφιλεγόμενο μερικές φορές τρόπο.
 Αν, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος συμπάσχει και έχει έντονα συναισθήματα όταν ακούει ότι ένα παιδί κακοποιείται από τους γονείς του, και δηλώνει ότι τον αναστατώνει αυτό το γεγονός σαν να το βιώνει ο ίδιος, ορισμένοι ψυχολόγοι τείνουν να ερμηνεύσουν τα συναισθήματα αυτά σαν déjà vu, δηλαδή σαν ένδειξη ότι αναβιώνει κάτι που του συνέβη πραγματικά στο μακρινό παρελθόν, αλλά ήταν τόσο τραυματικό ώστε το απώθησε και το ξέχασε. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται σε αυτή την περίπτωση για déjà vu. Ένα φαινόμενο στιγματισμένο: Παρ’ όλα αυτά, και επειδή ακριβώς πρόκειται για ένα βίωμα απολύτως υποκειμενικό, το οποίο, όπως ακριβώς και οι αναμνήσεις, δύσκολα διαπιστώνεται, αποδεικνύεται, μετριέται και καταγράφεται, παρέμεινε στο περιθώριο του επιστημονικού ενδιαφέροντος για πολλές δεκαετίες. Το déjà vu ερμηνεύτηκε (και ερμηνεύεται) συχνά από παραψυχολογικές και μεταφυσικές θεωρήσεις ως απόδειξη της ύπαρξης προηγούμενης ζωής, επαφών με «άλλους κόσμους» και άλλα παρόμοια. Άνθρωποι που είχαν -ή ισχυρίζονταν ότι είχαν- συχνά τέτοιες εμπειρίες, συχνά θεωρούντο άνθρωποι με «ιδιαίτερες ικανότητες», με πολύ οξυμένη διαίσθηση, με ενόραση και προφητικές ιδιότητες. 
Αυτό το «παραψυχολογικό» στίγμα ήταν άλλος ένας λόγος που επί πολλές δεκαετίες η επιστήμη της ψυχολογίας δεν ασχολήθηκε περισσότερο με το φαινόμενο. 
Σας θυμίζει τίποτα; Μια τριαντάχρονη γυναίκα περιγράφει ότι πηγαίνοντας διακοπές με την οικογένειά της σε μια χώρα την οποία δεν είχε ξαναεπισκε­φτεί και μπαίνοντας στο χολ του ξενοδοχείου είχε πολύ έντονη την αίσθηση ότι έχει ξανα­βρεθεί εκεί και γνωρίζει τους χώρους πολύ καλά. 
 • Ένας νεαρός βρίσκεται σε ένα σπίτι συγ­γε­νών ενός φίλου του που γιορτάζουν κάτι και τους γνωρίζει για πρώτη φορά. Ξαφνικά, καθώς παρακολουθεί κάποιους που σηκώ­νο­­νται να χορέψουν, νιώθει πως αυτά ακρι­­βώς τα συναισθήματα που έχει εκείνη τη στι­γμή σε σχέση με τους άγνωστους αυτούς ανθρώπους τα έχει ξανααισθανθεί ακριβώς έτσι. 
 • Μια γυναίκα απολαμβάνει με τον άνδρα της ένα ωραίο τοπίο στην εξοχή και ξαφνικά έχει την αίσθηση ότι αυτά που βλέπει κι αυτά που της συμβαίνουν τα έχει ονειρευτεί, χωρίς όμως να μπορεί να θυμηθεί το όνειρο ή άλλες λεπτομέρειές του. Το «ξαναϊδωμένο» ξανά στο επίκεντρο. 
Δημιούργημα της μνήμης… 
Νεότεροι ερευνητές, όμως, επανέφεραν το φαινόμενο déjà vu στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον και αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο της μνήμης το οποίο, αν το ερευνήσουμε, μπορεί να μας βοηθήσει να μάθουμε περισσότερα σχετικά με το πώς λειτουργεί η μνήμη μας. Κι αυτό γιατί, όποια κι αν είναι τελικά η σωστή εξήγηση του φαινομένου και είτε προέρχεται από τη νευροεπιστήμη του εγκεφάλου είτε από την ψυχολογία είτε από την παραψυχολογία, το σίγουρο είναι πως πρόκειται για δημιούργημα της μνήμης. … και όχι (μόνο) της όρασης . 
Αυτό, μάλιστα, είναι ακόμα πιο βέβαιο αφότου καταρρίφτηκε η θεωρία που είχε τείνει να επικρατήσει -ότι, δηλαδή, πρόκειται για μία μικρή «ανωμαλία» στην οπτική λειτουργία, μία αναντιστοιχία της πρόσληψης οπτικών ερεθισμάτων από το ένα μάτι στο άλλο-, όταν διαπιστώθηκε ότι οι τυφλοί έχουν συχνά déjà vu. Ένα πανηγύρι αισθήσεων… Déjà vu σημαίνει, βέβαια, «το έχω ξαναδεί». Όμως, δεν πρόκειται αποκλειστικά για οπτικές εμπειρίες. Εξίσου έντονη είναι η αίσθηση του «déjà visité» (το έχω ξαναεπισκεφτεί), «déjà senti» (το έχω ξανααισθανθεί), «déjà vécu» (το έχω ξανα­βιώσει), «déjà pensé» (το έχω ξανασκεφτεί), «déjà rêvé» (το έχω ονειρευτεί) κ.ά. Σαν σε ταινία. Ορισμένοι άνθρωποι δηλώνουν ότι έχουν déjà vu και ταυτόχρονα την αίσθηση ότι έχουν ξαναβιώσει τη στιγμή και ξέρουν τι θα συμβεί αμέσως μετά. 
Αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί, πάντως οι επιστήμονες διαχωρίζουν το προαίσθημα (αν υπάρχει) από το déjà vu. Η διαφορά είναι ότι το déjà vu βιώνεται ταυτόχρονα με αυτό που μας συμβαίνει και όχι πριν. Παρ’ όλα αυτά, επειδή είναι τόσο αιφνιδιαστική αυτή η αίσθηση του «γνωρίζω αυτή τη στιγμή», εκ των υστέρων το ερμηνεύουμε σαν να ξέραμε τι πρόκειται να συμβεί. 
Δεν είναι ακριβώς έτσι. Στο déjà vu είναι σαν, μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα των δευτερολέπτων, να παρατηρούμε σαν σε ταινία αυτά που γίνονται και να «τσεκάρουμε»: Κι αυτό μου είναι γνώριμο, κι αυτό το ξέρω, κι αυτό το έχω ξαναδεί. Οι θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν το φαινόμενο είναι πολλές και έχουν αρκετά κοινά στοιχεία. Θα αναφερθούμε σε δύο, τις πιο ενδιαφέρουσες κατά την άποψή μας. Ούτως ή άλλως, όλες αφήνουν ερωτηματικά και δεν καταφέρνουν να δώσουν μία πλήρη και απόλυτα πειστική εξήγηση. Η θεωρία του «ολογράμματος» Ο ολλανδός ψυχίατρος H. Sno προτείνει την ιδέα ότι οι αναμνήσεις είναι σαν ολογράμματα, που σημαίνει ότι μπορεί κανείς να αναπλάσει την τρισδιάστατη εικόνα κάθε επιμέρους στοιχείου μίας ανάμνησης. Το déjà vu, λοιπόν, κατά την άποψή του, συμβαίνει όταν κάποια λεπτομέρεια στο περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε εκείνη τη στιγμή (μία εικόνα, ένας ήχος, μία οσμή κλπ.) είναι παρόμοια με ένα απομεινάρι μίας (θαμμένης) ανάμνησής μας και ο εγκέφαλός μας ξαναφτιάχνει μία ολόκληρη σκηνή από αυτό το απειροελάχιστο στοιχείο, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση του γνώριμου. 
 Για παράδειγμα, πηγαίνετε μια βόλτα με τον παλιό «σκαραβαίο» ενός φίλου και ξαφνικά έχετε την αίσθηση του déjà vu, χωρίς να θυμάστε ότι ο θείος σας είχε ένα τέτοιο αυτοκίνητο στο οποίο είχατε μπει όταν ήσασταν πολύ μικρό παιδί. 
Μικροπράγματα, όπως η μυρωδιά της μηχανής ή η αίσθηση του καθίσματος, μπορούν να αναπλάσουν αναμνήσεις που ούτε ξέραμε ότι είχαμε ούτε μπορούμε συνειδητά να ανακαλέσουμε. Η θεωρία του «κινητού» O αμερικανός ερευνητής δρ. Alan Brown πρότεινε τη θεωρία του «κινητού» ή αλλιώς της «διχασμένης προσοχής». Σε πειράματα που έκανε, έδειξε ότι, όταν είμαστε απορροφημένοι από κάτι (σαν να μιλάμε στο κινητό), προσλαμβάνουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας χωρίς να τα καταγράφουμε συνειδητά. 
Όταν είμαστε ξανά σε θέση να εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτό που κάνουμε, αυτά που βλέπουμε γύρω μας μας φαίνονται γνώριμα, ενώ γνωρίζουμε ότι δεν τα έχουμε «δει». Με αυτό το σκεπτικό, φαίνεται λογικό ότι μπορεί να μπαίνουμε σε έναν καινούργιο χώρο όντας απορροφημένοι, π.χ. από μία συνομιλία, μία σκέψη ή κάτι άλλο, και ξαφνικά να έχουμε déjà vu. Τι συμβαίνει: Πριν καν κοιτάξουμε το χώρο, ο εγκέφαλός μας έχει καταγράψει τα ερεθίσματα και μετά από κλάσματα δευτερολέπτου που κοιτάμε πραγματικά έχουμε την αίσθηση ότι μας είναι όλα γνώριμα. Κάπως έτσι, άλλωστε, λειτουργεί και η διαίσθηση: Βασίζεται σε γνώση και εμπειρίες, τις οποίες ο εγκέφαλός μας διαρκώς αφομοιώνει, χωρίς όμως να τις καταγράφουμε συνειδητά και να μπορούμε να τις εξηγήσουμε ή να τις ανακαλέσουμε. 
Το DEJA VU προτιμά κάποιους ανθρώπους; Έχουν, άραγε, όλοι οι άνθρωποι déjà vu; Αν όχι όλοι, τότε πόσοι και ποιοι; Όπως μας λένε οι σχετικές μελέτες, περίπου 60% των ανθρώπων δηλώνει ότι είχε ή έχει βιώσει déjà vu, κάποιοι συχνά, περίπου μία φορά το μήνα, άλλοι σπανιότερα και μεμονωμένα. Πάντως, τα ποσοστά είναι υψηλότερα στις ηλικίες μεταξύ των 15 και 25 ετών, ενώ οι περισσότεροι συμφωνούν ότι με την ηλικία το φαινόμενο μειώνεται. 
 Το ενδιαφέρον είναι ότι, αν και δεν επιβε­βαιώνονται οι προφητικές ικανότητες ή το «τρίτο μάτι» σε ανθρώπ­­ους που έχουν συχνά déjà vu, πάντως φαίνεται πως ορισμένες ομάδες ανθρώπων, όπως αυτοί που ταξιδεύουν συχνότερα, αυτοί με υψηλότερο βιοτικό ή μορφωτικό επίπεδο, έχουν συχνότερα déjà vu από άλλους. 
Επίσης, η πλούσια φαντα­σία, η ευρύτητα πνεύματος και η ικανότητα να θυμάται κανείς τα όνειρά του είναι χαρακτηριστικά ανθρώπων που δηλώνουν πως έχουν βιώματα déjà vu. Ίσως, όμως, αυτό απλώς να σημαίνει ότι όσο πιο ανοιχτόμυαλος και ευφάνταστος είναι κανείς, τόσο πιο εύκολα μιλά για κάτι που θεωρείται παράξενο ή ανεξήγητο. 
Λουίζα Βογιατζή 
 Όποιος έρχεται σε επαφή με τους πίνακες του Ryden, έχει μιαν αίσθηση déjà vu. Οι εικόνες του θυμίζουν το παράλληλο σύμπαν της σειράς βιβλίων Little Golden Books, της δεκαετίας του 1950, καθώς και την ιδιότροπη φαντασία του Lewis Carroll. 
Τα χαρωπά κουνελάκια του, είναι περισσότερο σμιλεμένα κομμάτια κρέας, παρά ζωάκια που χοροπηδούν ξέγνοιαστα στο δάσος. Η δουλειά του Ryden αναμιγνύει ανυπέρβλητη τεχνική με εξωπραγματικές εικόνες, ώστε να δημιουργήσει έναν κόσμο παράξενης και –ενίοτε- ενοχλητικής ομορφιάς. Οι πίνακες του Ryden ταυτόχρονα συναρπάζουν και φέρνουν σε δύσκολη θέση τον θεατή, τον γοητεύουν και του προκαλούν αμηχανία.
 Αποτελούν ευφυές αμάλγαμα πολλών πηγών και επιρροών, που εκτείνεται από τους ψυχεδελικούς δημιουργούς μέχρι τους καλλιτέχνες της Σχολής της Βιέννης, και από τον Neon Park και τον Ernst Fuchs στους κλασικούς γάλλους φορμαλιστές Jean Auguste Dominique Igres και Jacques-Louis David.ΠΗΓΗ

Déjà vu «Το έχω ξαναδεί το… έργο»


 Η γαλλική φράση DEJA VU σημαίνει κατά λέξη «ήδη ιδωμένο». Στην καθημερινή γλώσσα έχει καθιερωθεί να χρησιμοποιούμε τη φράση déjà vu για οτιδήποτε μας δίνει την εντύπωση ότι επαναλαμβάνεται ή μας θυμίζει κάτι. 
 Ο όρος αυτός, όμως, που τόσο συχνά ακούμε και χρησιμοποιούμε χωρίς να είμαστε εντελώς σίγουροι για τι πράγμα ακριβώς μιλάμε, είναι ο επιστημονικός όρος για μία «φάρσα» που μας παίζει η μνήμη μας. Περιγράφει το φαινόμενο κατά το οποίο αισθανόμαστε ότι ένα συμβάν, μία στιγμή, μία εμπειρία την έχουμε ξαναζήσει, χωρίς όμως να μπορούμε να θυμηθούμε πότε, πώς και πού.
 Τι ακριβώς είναι αυτό το περίφημο déjà vu; Ας πούμε ότι βρίσκεστε με μια παρέα σε ένα εστιατόριο και συζητάτε. Ξαφνικά και χωρίς να έχει συμβεί κάτι ιδιαίτερο έχετε την αίσθηση ότι αυτήν ακριβώς τη στιγμή την έχετε ξαναζήσει και για μερικά δευτερόλεπτα σας φαίνεται ότι ο χώρος, τα πρόσωπα, η ατμόσφαιρα, η συζήτηση, όλα έχουν ξαναϋπάρξει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σε κάποια άλλη στιγμή στη ζωή σας. Στην πραγματικότητα, δεν μπορείτε να θυμηθείτε αν έχετε ξαναβρεθεί με τους συγκεκριμένους ανθρώπους στο συγκεκριμένο μέρος. Παρ’ όλα αυτά, έχετε αυτή την αίσθηση του γνώριμου και ταυτόχρονα του παράξενου και παράδοξου. 
Δεν είναι ακριβώς ανάμνηση, καμιά φορά μάλιστα υπάρχει η αίσθηση ότι ίσως να έχουμε ονειρευτεί αυτά τα στιγμιότυπα που βιώνουμε. Συνήθως, μένουμε με μια ακαθόριστη αίσθηση ότι κάτι ανεξήγητο μας συνέβη και μετά από λίγο το ξεχνάμε. Ανάδυση ενός υποσυνείδητου βιώματος: Ο πρώτος επιστήμονας που στο βιβλίο του «Το μέλλον των ψυχικών επιστημών» αναφέρθηκε στο φαινόμενο αυτό και του έδωσε τον ελληνικό όρο «παραμνησία» ήταν ο γάλλος ερευνητής E. Boirac, στα τέλη του 19ου αιώνα.
 Πέρα, όμως, από αυτή την αναφορά, φαίνεται πως δεν το μελέτησε εκτενέστερα. Λίγο αργότερα, ο Freud έδωσε τη δική του ερμηνεία λέγοντας πως αυτού του είδους τα βιώματα είναι το αποτέλεσμα τραυματικών συμβάντων ή ανεπίτρεπτων επιθυμιών που έχουμε καταπιέσει και απωθήσει και που δεν τους έχουμε επιτρέψει την είσοδο στις «νόμιμες» αναμνήσεις μας. 
Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία και εντελώς απροσδόκητα, με αφορμή δηλαδή κάποιο ερέθισμα (μία μυρωδιά ή έναν ήχο, για παράδειγμα), το βίωμα ανασύρεται από το υποσυνείδητο και παίρνει τη μορφή ανάμνησης. Αμφιλεγόμενες ερμηνείες Αυτή η άποψη εξυπηρέτησε για μεγάλο διάστημα τους επιστήμονες για την ερμηνεία των εμπει­ριών déjà vu. Μάλιστα, έως ένα σημείο εξακολουθεί να το κάνει ακόμη και σήμερα, και μάλιστα με αμφιλεγόμενο μερικές φορές τρόπο.
 Αν, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος συμπάσχει και έχει έντονα συναισθήματα όταν ακούει ότι ένα παιδί κακοποιείται από τους γονείς του, και δηλώνει ότι τον αναστατώνει αυτό το γεγονός σαν να το βιώνει ο ίδιος, ορισμένοι ψυχολόγοι τείνουν να ερμηνεύσουν τα συναισθήματα αυτά σαν déjà vu, δηλαδή σαν ένδειξη ότι αναβιώνει κάτι που του συνέβη πραγματικά στο μακρινό παρελθόν, αλλά ήταν τόσο τραυματικό ώστε το απώθησε και το ξέχασε. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται σε αυτή την περίπτωση για déjà vu. Ένα φαινόμενο στιγματισμένο: Παρ’ όλα αυτά, και επειδή ακριβώς πρόκειται για ένα βίωμα απολύτως υποκειμενικό, το οποίο, όπως ακριβώς και οι αναμνήσεις, δύσκολα διαπιστώνεται, αποδεικνύεται, μετριέται και καταγράφεται, παρέμεινε στο περιθώριο του επιστημονικού ενδιαφέροντος για πολλές δεκαετίες. Το déjà vu ερμηνεύτηκε (και ερμηνεύεται) συχνά από παραψυχολογικές και μεταφυσικές θεωρήσεις ως απόδειξη της ύπαρξης προηγούμενης ζωής, επαφών με «άλλους κόσμους» και άλλα παρόμοια. Άνθρωποι που είχαν -ή ισχυρίζονταν ότι είχαν- συχνά τέτοιες εμπειρίες, συχνά θεωρούντο άνθρωποι με «ιδιαίτερες ικανότητες», με πολύ οξυμένη διαίσθηση, με ενόραση και προφητικές ιδιότητες. 
Αυτό το «παραψυχολογικό» στίγμα ήταν άλλος ένας λόγος που επί πολλές δεκαετίες η επιστήμη της ψυχολογίας δεν ασχολήθηκε περισσότερο με το φαινόμενο. 
Σας θυμίζει τίποτα; Μια τριαντάχρονη γυναίκα περιγράφει ότι πηγαίνοντας διακοπές με την οικογένειά της σε μια χώρα την οποία δεν είχε ξαναεπισκε­φτεί και μπαίνοντας στο χολ του ξενοδοχείου είχε πολύ έντονη την αίσθηση ότι έχει ξανα­βρεθεί εκεί και γνωρίζει τους χώρους πολύ καλά. 
 • Ένας νεαρός βρίσκεται σε ένα σπίτι συγ­γε­νών ενός φίλου του που γιορτάζουν κάτι και τους γνωρίζει για πρώτη φορά. Ξαφνικά, καθώς παρακολουθεί κάποιους που σηκώ­νο­­νται να χορέψουν, νιώθει πως αυτά ακρι­­βώς τα συναισθήματα που έχει εκείνη τη στι­γμή σε σχέση με τους άγνωστους αυτούς ανθρώπους τα έχει ξανααισθανθεί ακριβώς έτσι. 
 • Μια γυναίκα απολαμβάνει με τον άνδρα της ένα ωραίο τοπίο στην εξοχή και ξαφνικά έχει την αίσθηση ότι αυτά που βλέπει κι αυτά που της συμβαίνουν τα έχει ονειρευτεί, χωρίς όμως να μπορεί να θυμηθεί το όνειρο ή άλλες λεπτομέρειές του. Το «ξαναϊδωμένο» ξανά στο επίκεντρο. 
Δημιούργημα της μνήμης… 
Νεότεροι ερευνητές, όμως, επανέφεραν το φαινόμενο déjà vu στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον και αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο της μνήμης το οποίο, αν το ερευνήσουμε, μπορεί να μας βοηθήσει να μάθουμε περισσότερα σχετικά με το πώς λειτουργεί η μνήμη μας. Κι αυτό γιατί, όποια κι αν είναι τελικά η σωστή εξήγηση του φαινομένου και είτε προέρχεται από τη νευροεπιστήμη του εγκεφάλου είτε από την ψυχολογία είτε από την παραψυχολογία, το σίγουρο είναι πως πρόκειται για δημιούργημα της μνήμης. … και όχι (μόνο) της όρασης . 
Αυτό, μάλιστα, είναι ακόμα πιο βέβαιο αφότου καταρρίφτηκε η θεωρία που είχε τείνει να επικρατήσει -ότι, δηλαδή, πρόκειται για μία μικρή «ανωμαλία» στην οπτική λειτουργία, μία αναντιστοιχία της πρόσληψης οπτικών ερεθισμάτων από το ένα μάτι στο άλλο-, όταν διαπιστώθηκε ότι οι τυφλοί έχουν συχνά déjà vu. Ένα πανηγύρι αισθήσεων… Déjà vu σημαίνει, βέβαια, «το έχω ξαναδεί». Όμως, δεν πρόκειται αποκλειστικά για οπτικές εμπειρίες. Εξίσου έντονη είναι η αίσθηση του «déjà visité» (το έχω ξαναεπισκεφτεί), «déjà senti» (το έχω ξανααισθανθεί), «déjà vécu» (το έχω ξανα­βιώσει), «déjà pensé» (το έχω ξανασκεφτεί), «déjà rêvé» (το έχω ονειρευτεί) κ.ά. Σαν σε ταινία. Ορισμένοι άνθρωποι δηλώνουν ότι έχουν déjà vu και ταυτόχρονα την αίσθηση ότι έχουν ξαναβιώσει τη στιγμή και ξέρουν τι θα συμβεί αμέσως μετά. 
Αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί, πάντως οι επιστήμονες διαχωρίζουν το προαίσθημα (αν υπάρχει) από το déjà vu. Η διαφορά είναι ότι το déjà vu βιώνεται ταυτόχρονα με αυτό που μας συμβαίνει και όχι πριν. Παρ’ όλα αυτά, επειδή είναι τόσο αιφνιδιαστική αυτή η αίσθηση του «γνωρίζω αυτή τη στιγμή», εκ των υστέρων το ερμηνεύουμε σαν να ξέραμε τι πρόκειται να συμβεί. 
Δεν είναι ακριβώς έτσι. Στο déjà vu είναι σαν, μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα των δευτερολέπτων, να παρατηρούμε σαν σε ταινία αυτά που γίνονται και να «τσεκάρουμε»: Κι αυτό μου είναι γνώριμο, κι αυτό το ξέρω, κι αυτό το έχω ξαναδεί. Οι θεωρίες που επιχειρούν να εξηγήσουν το φαινόμενο είναι πολλές και έχουν αρκετά κοινά στοιχεία. Θα αναφερθούμε σε δύο, τις πιο ενδιαφέρουσες κατά την άποψή μας. Ούτως ή άλλως, όλες αφήνουν ερωτηματικά και δεν καταφέρνουν να δώσουν μία πλήρη και απόλυτα πειστική εξήγηση. Η θεωρία του «ολογράμματος» Ο ολλανδός ψυχίατρος H. Sno προτείνει την ιδέα ότι οι αναμνήσεις είναι σαν ολογράμματα, που σημαίνει ότι μπορεί κανείς να αναπλάσει την τρισδιάστατη εικόνα κάθε επιμέρους στοιχείου μίας ανάμνησης. Το déjà vu, λοιπόν, κατά την άποψή του, συμβαίνει όταν κάποια λεπτομέρεια στο περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε εκείνη τη στιγμή (μία εικόνα, ένας ήχος, μία οσμή κλπ.) είναι παρόμοια με ένα απομεινάρι μίας (θαμμένης) ανάμνησής μας και ο εγκέφαλός μας ξαναφτιάχνει μία ολόκληρη σκηνή από αυτό το απειροελάχιστο στοιχείο, δημιουργώντας έτσι την αίσθηση του γνώριμου. 
 Για παράδειγμα, πηγαίνετε μια βόλτα με τον παλιό «σκαραβαίο» ενός φίλου και ξαφνικά έχετε την αίσθηση του déjà vu, χωρίς να θυμάστε ότι ο θείος σας είχε ένα τέτοιο αυτοκίνητο στο οποίο είχατε μπει όταν ήσασταν πολύ μικρό παιδί. 
Μικροπράγματα, όπως η μυρωδιά της μηχανής ή η αίσθηση του καθίσματος, μπορούν να αναπλάσουν αναμνήσεις που ούτε ξέραμε ότι είχαμε ούτε μπορούμε συνειδητά να ανακαλέσουμε. Η θεωρία του «κινητού» O αμερικανός ερευνητής δρ. Alan Brown πρότεινε τη θεωρία του «κινητού» ή αλλιώς της «διχασμένης προσοχής». Σε πειράματα που έκανε, έδειξε ότι, όταν είμαστε απορροφημένοι από κάτι (σαν να μιλάμε στο κινητό), προσλαμβάνουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας χωρίς να τα καταγράφουμε συνειδητά. 
Όταν είμαστε ξανά σε θέση να εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτό που κάνουμε, αυτά που βλέπουμε γύρω μας μας φαίνονται γνώριμα, ενώ γνωρίζουμε ότι δεν τα έχουμε «δει». Με αυτό το σκεπτικό, φαίνεται λογικό ότι μπορεί να μπαίνουμε σε έναν καινούργιο χώρο όντας απορροφημένοι, π.χ. από μία συνομιλία, μία σκέψη ή κάτι άλλο, και ξαφνικά να έχουμε déjà vu. Τι συμβαίνει: Πριν καν κοιτάξουμε το χώρο, ο εγκέφαλός μας έχει καταγράψει τα ερεθίσματα και μετά από κλάσματα δευτερολέπτου που κοιτάμε πραγματικά έχουμε την αίσθηση ότι μας είναι όλα γνώριμα. Κάπως έτσι, άλλωστε, λειτουργεί και η διαίσθηση: Βασίζεται σε γνώση και εμπειρίες, τις οποίες ο εγκέφαλός μας διαρκώς αφομοιώνει, χωρίς όμως να τις καταγράφουμε συνειδητά και να μπορούμε να τις εξηγήσουμε ή να τις ανακαλέσουμε. 
Το DEJA VU προτιμά κάποιους ανθρώπους; Έχουν, άραγε, όλοι οι άνθρωποι déjà vu; Αν όχι όλοι, τότε πόσοι και ποιοι; Όπως μας λένε οι σχετικές μελέτες, περίπου 60% των ανθρώπων δηλώνει ότι είχε ή έχει βιώσει déjà vu, κάποιοι συχνά, περίπου μία φορά το μήνα, άλλοι σπανιότερα και μεμονωμένα. Πάντως, τα ποσοστά είναι υψηλότερα στις ηλικίες μεταξύ των 15 και 25 ετών, ενώ οι περισσότεροι συμφωνούν ότι με την ηλικία το φαινόμενο μειώνεται. 
 Το ενδιαφέρον είναι ότι, αν και δεν επιβε­βαιώνονται οι προφητικές ικανότητες ή το «τρίτο μάτι» σε ανθρώπ­­ους που έχουν συχνά déjà vu, πάντως φαίνεται πως ορισμένες ομάδες ανθρώπων, όπως αυτοί που ταξιδεύουν συχνότερα, αυτοί με υψηλότερο βιοτικό ή μορφωτικό επίπεδο, έχουν συχνότερα déjà vu από άλλους. 
Επίσης, η πλούσια φαντα­σία, η ευρύτητα πνεύματος και η ικανότητα να θυμάται κανείς τα όνειρά του είναι χαρακτηριστικά ανθρώπων που δηλώνουν πως έχουν βιώματα déjà vu. Ίσως, όμως, αυτό απλώς να σημαίνει ότι όσο πιο ανοιχτόμυαλος και ευφάνταστος είναι κανείς, τόσο πιο εύκολα μιλά για κάτι που θεωρείται παράξενο ή ανεξήγητο. 
Λουίζα Βογιατζή 
 Όποιος έρχεται σε επαφή με τους πίνακες του Ryden, έχει μιαν αίσθηση déjà vu. Οι εικόνες του θυμίζουν το παράλληλο σύμπαν της σειράς βιβλίων Little Golden Books, της δεκαετίας του 1950, καθώς και την ιδιότροπη φαντασία του Lewis Carroll. 
Τα χαρωπά κουνελάκια του, είναι περισσότερο σμιλεμένα κομμάτια κρέας, παρά ζωάκια που χοροπηδούν ξέγνοιαστα στο δάσος. Η δουλειά του Ryden αναμιγνύει ανυπέρβλητη τεχνική με εξωπραγματικές εικόνες, ώστε να δημιουργήσει έναν κόσμο παράξενης και –ενίοτε- ενοχλητικής ομορφιάς. Οι πίνακες του Ryden ταυτόχρονα συναρπάζουν και φέρνουν σε δύσκολη θέση τον θεατή, τον γοητεύουν και του προκαλούν αμηχανία.
 Αποτελούν ευφυές αμάλγαμα πολλών πηγών και επιρροών, που εκτείνεται από τους ψυχεδελικούς δημιουργούς μέχρι τους καλλιτέχνες της Σχολής της Βιέννης, και από τον Neon Park και τον Ernst Fuchs στους κλασικούς γάλλους φορμαλιστές Jean Auguste Dominique Igres και Jacques-Louis David.ΠΗΓΗ

Το Ιερό Δισκοπότηρο και το Μυστήριο της Αιώνιας Ζωής

Δισκοπότηρο, μαγικός λέβητας, Σινδών, ομιλούσα λίθος ή βιβλίο… Όποια μορφή κι αν του προσδίδουν, όλοι συμφωνούν στο ότι το Γκράαλ είναι το σύμβολο της απόλυτης εξουσίας και γνώσης.
Οι ειδικοί είναι κάθετοι: το Γκράαλ είναι ένας σκοτεινός μύθος για τον οποίο δε γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Μερικοί εμμένουν ότι πρόκειται για αντικείμενο, το ιερό δισκοπότηρο που κρατούσε ο Χριστός στο Μυστικό Δείπνο. Άλλοι κάνουν λόγο για το κύπελλο στο οποίο ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, κρυφός μαθητής του Ιησού, συνέλεξε το αίμα Του όσο ψυχορραγούσε πάνω στο Σταυρό. Κάποιοι άλλοι το ταυτίζουν με την Ιερά Σινδώνη και αρκετοί το βλέπουν ως σύμβολο ή ιερή γενιά. Ακόμα και η τοποθεσία στην οποία έκρυψαν το θρυλικό Γκράαλ έχει ταυτιστεί κατά περιόδους με διάφορες περιοχές ανά τον κόσμο: από το Γκλαστόνμπερι της Αγγλίας και το Ρενέ λε Σατό της Γαλλίας μέχρι το Οκ Άιλαντ των ΗΠΑ, τη Βαλένθια της Ισπανίας ή το Μπάρι της Ιταλίας.
Μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα των εικασιών, οι ειδικοί μελετητές αναζητούν μια σύμβαση και συνάγουν τρεις πιθανές προσεγγίσεις για το Γκράαλ. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που το θεωρούν πολύτιμο αντικείμενο και το συνδέουν με τη μορφή του Χριστού, γι’ αυτό αναζητούν την ακριβή τοποθεσία όπου φυλάσσεται. Στη δεύτερη κατηγορία εκείνοι που το μελετούν ως σύμβολο και στην τρίτη εκείνοι που ερευνούν τις λογοτεχνικές ρίζες του μύθου.
Ο όρος Γκράαλ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη του 1190, έτος θανάτου του συγγραφέα Κρετιέν ντε Τρουά, ο οποίος άφησε ημιτελές το τελευταίο ιπποτικό του μυθιστόρημα Πάρσιφαλ.
Α) Απαστράπτον κύπελλο
Το βιβλίο εξιστορούσε την περιπέτεια ενός νέου που άφησε το σπίτι του για να γίνει ιππότης. Όταν έφτασε στον πύργο του βασιλιά Πεσκατόρε έλαβε μέρος σε μια τελετή, κατά τη διάρκεια της οποίας μια κοπέλα διέσχισε το δωμάτιο κρατώντας στο χέρι της ένα γκράαλ που εξέπεμπε σπινθηροβόλο φως. Στη γλώσσα οΐλ, αρχαία διάλεκτος της Βόρειας Γαλλίας που απαντάται μόνο στα λογοτεχνικά κείμενα, γκράαλ σημαίνει δοχείο, αγγείο. Το γεγονός ότι το μυθιστόρημα ήταν το πρώτο στο οποίο γινόταν αναφορά στο Γκράαλ δε σημαίνει ότι ο Κρετιέν επινόησε το αρχέτυπο του δισκοπότηρου. Άλλωστε ο κελτικός πολιτισμός βρίθει από διάφορους μύθους γύρω από θαυματουργά κύπελλα. Ανάλογες ιστορίες συναντάμε και σε ουαλικούς μύθους όπως σ’ εκείνον με το λέβητα της θεάς Σέριντγουεν, μια μεγάλη χύτρα μέσα στην οποία παρασκεύαζε το μαγικό ελιξήριο της σοφίας. Αρκούσε να βουτήξει κάποιος το δάχτυλό του μέσα σ’ αυτό το ματζούνι για να κατακτήσει τη γνώση. Από τα μέσα του 12ου-13ου αιώνα το γκράαλ άρχισε να γράφεται με κεφαλαίο. Η λέξη διασώθηκε από τα κείμενα των Φραγκο-κελτών και μετεξελίχθηκε σε κύριο όνομα. Στα λατινικά υπήρχε το gradalis, ενώ στα μέσα του 12ου αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους οι παραλλαγές grazal και grasal.
Έκτοτε το Ιερό Γκράαλ αποτελεί αντικείμενο μύθων, μελετών και ονείρων. Ωστόσο το περιεχόμενο των παραμυθιών δεν είναι αποκλειστικά προϊόν φαντασίας, καθώς εδράζονται σ’ ένα σύνολο μύθων. Γύρω στα 1200 το Γκράαλ ταυτίστηκε για πρώτη φορά με το κύπελλο που κρατούσε ο Ιησούς στο Μυστικό Δείπνο και στο οποίο αργότερα ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας συνέλεξε το αίμα Του από το Σταυρό.
Β) Η πέτρα που μιλάει
Γύρω στα 1210 ο Γερμανός Βόλφραμ φον Έσενμπαχ στο ποίημά του “Πάρσιφαλ” ταύτισε το Γκράαλ με μια ομιλούσα λίθο, ενώ αργότερα το Γκράαλ ταυτίστηκε με το ίδιο το βιβλίο. Κάποιοι μελετητές συνδέουν το λατινικό όρο gradalis με το νεότερο ιταλικό graduale, το συναξάρι της Καθολικής Θείας Λειτουργίας, γι’ αυτό και συνδέθηκε με το Βιβλίο της Σοφίας. Οι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι το Γκράαλ είναι ένα αντικείμενο που παίρνει διάφορες μορφές, παραμένοντας βασικά σύμβολο εξουσίας και γνώσης.
Αν το Γκράαλ υπάρχει στ’ αλήθεια, πού βρίσκεται; Θρυλείται ότι ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας το μετέφερε από την Ιερουσαλήμ στο Γκλαστόνμπερι της Αγγλίας, εκεί όπου ετάφη ο βασιλιάς Αρθούρος. Ωστόσο η πληροφορία είναι ανακριβής και τη διέδωσαν το 1191 οι μοναχοί του Γκλαστόνμπερι, όταν μια πυρκαγιά κατέστρεψε την εκκλησία τους. Ίσως οι καλόγεροι ήλπιζαν να την ξαναχτίσουν με τις εισφορές των προσκυνητών.
Σύμφωνα με άλλες διηγήσεις, το Γκράαλ βρήκαν Ναΐτες ιππότες ανάμεσα στα ερείπια του Ναού του Σολομώντος, στην Ιερουσαλήμ. Σήμερα φυλάσσεται μαζί με σπάνιους θησαυρούς σε μυστική αίθουσα του πύργου Γκιζόρ, στη Γαλλία.
Γ) Οι έρευνες των ναζί
Ακόμα και ο ναζιστής αρχαιολόγος Ότο Ραν ήταν βέβαιος ότι οι Ναΐτες είχαν μεταφέρει το Γκράαλ στη Γαλλία με σκοπό να το παραδώσουν στους Καθαρούς, αίρεση που καταδίωξε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Ραν έπεισε τον Χάινριχ Χίμλερ, διοικητή των Ες Ες και οπαδό του αποκρυφισμού, να χρηματοδοτήσει τις έρευνες, αφού ήταν πεπεισμένος ότι είχαν κρύψει το Γκράαλ στον πύργο Μονσεγκούρ, τελευταίο οχυρό των Καθαρών. Τελικά μετά από αλεπάλληλες ανασκαφές ο αρχαιολόγος έφυγε άπραγος.
Άλλος μύθος αφηγείται ότι οι Ναΐτες, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από το βασιλιά της Γαλλίας, εγκαταστάθηκαν το 1307 στη Σκοτία. Λέγεται ότι συνήψαν φιλία με τον πρίγκιπα Ανρί Σεν Κλερ κι ότι τον βοήθησαν να χτίσει το παρεκκλήσιο Ρόσλιν, στο οποίο υπάρχουν εκατοντάδες σύμβολα των Ναϊτών και του Ιερού Γκράαλ. Κατόπιν έφυγαν για την Αμερική, όπου ίδρυσαν τη Νέα Ιερουσαλήμ, μακριά από την επιρροή του Ποντίφικα. Στο Οκ Άιλαντ της Νέας Σκοτίας ανέσκαψαν το σημείο στο οποίο θεωρούσαν ότι οι Ναΐτες είχαν κρύψει το μυθικό θησαυρό, αλλά δε βρήκαν τίποτα.
Μια άλλη θεωρία θέλει τον Απόστολο Πέτρο να έχει μεταφέρει το δισκοπότηρο στη Ρώμη. Κατά τη διάρκεια των διωγμών λέγεται ότι ο Άγιος Λαυρέντιος το έστειλε στη Χουέσκα της Ισπανίας, όπου θεωρούσε ότι θα ήταν ασφαλές, κι ότι κατέληξε στη Βαλένθια το 1437. Στο παρεκκλήσιο Καπίγια ντελ Σάντο Κάλιθ της ισπανικής πόλης λατρεύουν μέχρι σήμερα ένα κύπελλο με πολύτιμους λίθους, το οποίο οι πιστοί θεωρούν ότι είναι το Ιερό Γκράαλ.
Δ) Ιερή Σινδώνη
Στον καθεδρικό ναό του Αγίου Λαυρεντίου στη Γένοβα το Γκράαλ ταυτίζεται με την Ιερή Λεκάνη από την Καισαρεία. Πρόκειται για οκταγωνική λεκάνη που έφεραν οι στρατιώτες που κατέλαβαν το 1101 την Καισαρεία. Αυτοί πίστευαν ότι ήταν ο πίναξ πάνω στον οποίο έπεσε η κεφαλή του Ιωάννη του Βαπτιστή.
Σύμφωνα με άλλους, η μυστικιστική μουσουλμανική οργάνωση των Σούφι παρέδωσε το Γκράαλ στον Φρειδερίκο Β’, ο οποίος το έκρυψε σε μια μυστική αίθουσα του Καστέλ ντελ Μόντε, κοντά στην Άντρια, περιοχή της επαρχίας Απουλία στην Ιταλία. Εκεί, στην πύλη του καθεδρικού ναού του Σαν Νίκολα, που βρίσκεται στο Μπάρι, υπάρχει μια εικόνα του βασιλιά Αρθούρου που υποδεικνύει την κρύπτη.
Το Γκράαλ θα μπορούσε να φυλάσσεται και στο Τορίνο. Πιθανότατα το μετέφεραν εκεί μαζί με την Ιερά Σινδώνη οι Σταυροφόροι του Μεσαίωνα. Στο ναό της Μεγάλης Μητέρας του Θεού υπάρχει το Άγαλμα της Πίστης, που στο δεξί χέρι κρατά ένα ανοιχτό βιβλίο και στο αριστερό ένα δισκοπότηρο. Λέγεται ότι το άγαλμα κοιτά την κρύπτη του Γκράαλ.
Κάποιοι μελετητές ταυτίζουν το Γκράαλ με την Ιερά Σινδώνη και υποστηρίζουν ότι ο όρος προέρχεται από τις λέξεις greil ή greille, που παραπέμπουν στις ιταλικές griglia (εσχάρα) και grata (κιγκλίδωμα). Βάσει των παραπάνω θεωρούν ότι ο όρος αναφέρεται στο επίχρυσο προστατευτικό πλέγμα κάτω από το οποίο τοποθετήθηκε το ιερό σάβανο για να μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη.
Ε) Πορεία προς το θείο
Μετά από όλες αυτές τις αντικρουόμενες ερμηνείες εύλογα καταλήγει κάποιος στο συμπέρασμα ότι ίσως το Γκράαλ να μην υπήρξε ποτέ. Κάποιοι ιστορικοί αντιτείνουν ότι η παρουσία τόσων στοιχείων δεν αναιρεί το ότι κάποτε υπήρχε μια ενότητα μεταξύ τους. Άλλωστε η πραγματική δύναμη του Γκράαλ είναι ακριβώς ότι πρόκειται για ένα άδειο κύπελλο που ο καθένας μπορεί να γεμίσει αν επιστρατεύσει την πίστη του. Μπορεί επομένως να το μετατρέψει σε σύμβολο του στόχου που επιθυμεί να επιτύχει. Η πλειοψηφία πάντως των ειδικών συμφωνεί στο ότι η έρευνα για το Γκράαλ συμβολίζει την πορεία προς την προσέγγιση ενός μυστηριώδους και υπερβατικού αντικειμένου που τελικά ταυτίζεται με τον ίδιο το Θεό.